Ο Γεώργιος Γκοβέσης, ιστορικός-συγγραφέας, στο Δημοτικό Ραδιόφωνο Ξάνθης

Άγνωστες πτυχές της ιστορίας «ξεδίπλωσε» ο Γεώργιος Γκοβέσης, ιστορικός-συγγραφέας, με αφορμή το τελευταίο του άρθρο με τίτλο: «Υεμένη: Το προκεχωρημένο φυλάκιο των Οθωμανών στην Αραβική Χερσόνησο μέχρι το 1918», προσκεκλημένος της ενημερωτικής εκπομπής του Δημοτικού Ραδιοφώνου Ξάνθης.

Αναφέρθηκε στα άγνωστα στοιχεία της ιστορίας, που παρουσιάζει στο συγκεκριμένο άρθρο, σημειώνοντας την διαχρονική γεωστρατηγική θέση της Υεμένης και τη σημασία της για όλες τις δυνάμεις του διεθνούς συστήματος, εστιάζοντας στον ρόλο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στην 7η  οθωμανική στρατιά, με έδρα την Υεμένη.

Με αφορμή τις διεθνείς εξελίξεις, όπως αυτές καταγράφονται με την ανάδυση αναθεωρητικών δυνάμεων στο διεθνές σύστημα, ο Γιώργος Γκοβέσης στηλίτευσε την συμπεριφορά των Ελλήνων και του ελληνικού κράτους απέναντι στην ιστορία, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι, «δεν άλλαξαν οι άλλοι, εμείς αλλάξαμε», ενώ ταυτόχρονα εξέφρασε και τον προβληματισμό του για το γεγονός ότι, παρατηρείται τελευταία να χρησιμοποιείται ο όρος Προ Κοινής Εποχής(Before Common Area), αντί του π.Χ.

Άρθρα του Γιώργου Γκοβέση δημοσιεύονται στην εφημερίδα «Αγώνας» της Ξάνθης, στο  Φως Φαναρίου, στην ηλεκτρονική διεύθυνση fosfanariou.gr και στο περιοδικό Ενδοχώρα.

Το άρθρο του Γιώργου Γκοβέση

Υεμένη: Το προκεχωρημένο φυλάκιο των Οθωμανών στην Αραβική Χερσόνησο μέχρι το 1918

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία στο μέγιστο στάδιο επέκτασης της κατά τα τέλη του 17ου αιώνα περιλάμβανε την Κεντρική Ευρώπη, τα Βαλκάνια, τις βόρειες ακτές του Ευξείνου Πόντου, τη Μικρά Ασία, τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική από την Αίγυπτο ως το Μαρόκο, καθώς και σχεδόν όλα τα νησιά της Ανατολικής Μεσογείου.

Παρά το γεγονός ότι από τα τέλη του 17ου αιώνα  ξεκίνησε η εδαφική συρρίκνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία και επιταχύνθηκε μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 (οι Τούρκοι την αποκαλούν επανάσταση της Πελοποννήσου Mora Isyani), ωστόσο η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατόρθωσε να διατηρήσει τον έλεγχο της στη Μέση Ανατολή ως σχεδόν τα τέλη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο οποίος και προκάλεσε και την οριστική κατάλυση της.

Μία από τις περιοχές στη Μέση Ανατολή που η Οθωμανική Αυτοκρατορία διατήρησε ως το τέλος της την κυριαρχία της ήταν και η μακρινή Υεμένη η οποία βρίσκεται στο νοτιοδυτικό άκρο της αραβικής χερσονήσου. Η κατάληψη της Υεμένης από τους Οθωμανούς πραγματοποιήθηκε το 1538 από το σουλτάνο Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή  και είχε στόχο την αποφυγή του ελέγχου της Ερυθράς Θάλασσας από τους Πορτογάλους οι οποίοι αποτελούσαν σημαντική ναυτική και αποικιακή δύναμη της εποχής εκείνης. Μετά τα μέσα του 19ου αιώνα και με την προτροπή των Μεγάλων Δυνάμεων οι οποίες εποφθαλμιούσαν το στρατηγικής σημασίας λιμάνι του Άντεν, οι εξεγέρσεις των ντόπιων φυλάρχων κατά της οθωμανικής διοίκησης αυξήθηκαν σε αριθμό και όγκο. Η κατάσταση επιδεινώθηκε μετά τη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ το 1869 οπότε και η στρατηγική σημασία της  Υεμένης και του λιμένα του Άντεν αυξήθηκε κατακόρυφα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και μέχρι τη λήξη της οθωμανικής κυριαρχίας το 1918, στην Υεμένη είχε την έδρα της η 7η οθωμανική στρατιά.

Η 7η οθωμανική στρατιά αποτελούνταν από μουσουλμάνους αξιωματικούς και οπλίτες. Οι οπλίτες υπηρετούσαν την υποχρεωτική στρατιωτική τους θητεία που δεν έπεφτε σε διάρκεια κάτω από τα πέντε χρόνια και πολλές φορές έφτανε και τα οκτώ χρόνια ή και παραπάνω. Μεγάλο μέρος των μουσουλμάνων στρατιωτών της 7ης στρατιάς της Υεμένης κατάγονταν από τουρκόφωνα χωριά της κεντρικής Μικράς Ασίας και μάλιστα από πολύ φτωχές οικογένειες οι οποίες αδυνατούσαν να εξαγοράσουν τη θητεία των αρένων τέκνων τους. Οι συνθήκες για τους στρατιώτες αυτούς που υπηρετούσαν στην Υεμένη ήταν από  πάρα πολύ άσχημες έως απάνθρωπες. Κατ’ αρχήν οι στρατιώτες αυτοί  συγκεντρώνονταν από τα χωριά της Μικρά Ασίας και επιβιβάζονταν σε καράβια από το λιμάνι της Σμύρνης. Από εκεί ξεκινούσε το πολυήμερο ταξίδι για την Υεμένη. Στο δρόμο πολλοί πέθαιναν από τις αντιξοότητες του επίπονου ταξιδιού και τις σωρούς τους τις πετούσαν στη θάλασσα. Όσοι έφταναν στην Υεμένη είχαν να αντιμετωπίσουν την αφιλόξενη έρημο και τους άγριους ντόπιους επαναστάτες. Χιλιάδες χιλιάδων νέοι από τη Μικρά Ασία άφησαν τα κόκαλα τους στην μακρινή Υεμένη πολεμώντας για τη δόξα του Παντισάχ και της οθωμανικής πατρίδας. Έτσι η Υεμένη έγινε για τους φτωχούς χωρικούς της Μικράς Ασίας ένας τόπος χωρίς επιστροφή και πηγή έμπνευσης για πολλά δημοτικά τραγούδια τα οποία εξιστορούν τις απάνθρωπες συνθήκες και θρηνούν για τους νεκρούς στρατιώτες. Πρόκειται για τα πολύ γνωστά ακόμα και στη σημερινή Τουρκία Υεμενίτικα ή Γιεμενλίδικα (Yemenli) από τη λέξη Γιεμέν που στα τουρκικά σημαίνει Υεμένη.

Παραθέτουμε ενδεικτικά μερικούς στίχους από τα τραγούδια αυτά της κεντρικής Μικράς Ασίας σε δική μας μετάφραση:

Yemen yolu çukurdandır

Karavana bakırdandır

Zenginimiz bedel verir

Askerimiz fakirdendir

Ο δρόμος της Υεμένης είναι (γεμάτος)  από λακκούβες

Η καραβάνα είναι από χαλκό

Οι πλούσιοι μας πληρώνουν το αντίτιμο

Και ο στρατός μας αποτελείται από φτωχούς

Και

Tarlalarda biter kamış

Uzar gider vermez yemiş

Çöl Yemen’de can verenler

Biri Mehmet biri Memis

Στα χωράφια τελειώνουν τα καλάμια

Περνάει πολύς καιρός που δε δίνουν καρπό

Από αυτούς που ξεψύχησαν στην έρημο της Υεμένης

Ο ένας είναι ο Μεχμέτ και ο άλλος ο Μεμίς

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Γεώργιος Γκοβέσης γεννήθηκε στην Αθήνα τον Ιούνιο του 1968, κατάγεται από την Ορεινή Κορινθία και είναι μόνιμος κάτοικος Ξάνθης. Το 1990 αποφοίτησε από το τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών, το 1993 έλαβε μεταπτυχιακό Master of Arts Πολιτικών Επιστημών από το Πανεπιστήμιο Κωνσταντινουπόλεως ως υπότροφος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και το 2002 αναγορεύθηκε διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Βιβλία, επιστημονικές εργασίες και άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Στην Ελλάδα τα βιβλία του κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Σπανίδης (Ξάνθη).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Συνέντευξη: Τηλέμαχος Αρναούτογλου

Σύνταξη κειμένου: Παναγιώτα Κουτσομιχάλη

Μοντάζ-Επιμέλεια: Δέσποινα Κουγιουμτζόγλου

Εκπαιδευτικά
Κοινωνικά
Τοπικά