




Οι οικονομίες της Ελλάδας και της Κύπρου είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στo γεωπολιτικό σοκ από τη Μέση Ανατολή, λόγω της υψηλής έκθεσής τους στον τουρισμό και τη ναυτιλία, παρά την ανθεκτική ανάπτυξή τους, σημειώνει ο οίκος αξιολόγησης Morningstar DBRS και προειδοποιεί για την αύξηση των πιστωτικών κινδύνων στον τραπεζικό τομέα, εκτιμώντας ότι, οι ελληνικές τράπεζες είναι πιο ανθεκτικές από τις κυπριακές.
Όπως σημειώνει η Morningstar DBRS, ο τουρισμός και η ναυτιλία παίζουν πολύ μεγαλύτερο ρόλο στις οικονομίες της Κύπρου και της Ελλάδας από ό,τι στις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, κάτι που αποδεικνύεται και από το συγκριτικά μεγάλο μερίδιο των ξενοδοχείων και των εστιατορίων στη συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία και στις δύο οικονομίες. Εκτός από τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια, ο τουρισμός επηρεάζει επίσης αρκετούς άλλους κλάδους υπηρεσιών, όπως οι μεταφορές και η ψυχαγωγία, και έχει σημαντικές έμμεσες επιπτώσεις στις μακροοικονομικές εξελίξεις, ιδίως στην ιδιωτική κατανάλωση, καθώς απασχολεί μεγάλο μερίδιο του εγχώριου εργατικού δυναμικού. Η σημασία της ναυτιλίας και στις δύο οικονομίες είναι λιγότερο έντονη από τον τουρισμό, αλλά εξακολουθεί να είναι πολύ μεγαλύτερη από ό,τι στις περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Παρά τη μεγάλη αβεβαιότητα γύρω από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τις επιπτώσεις στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου και φυσικού αερίου, ο οίκος προειδοποιεί για τις αρνητικές επιπτώσεις στον τουρισμό, ο οποίος αποτελούσε σημαντικό μοχλό ανάπτυξης και στις δύο οικονομίες τα τελευταία χρόνια.
Προβλέπει, μάλιστα, ιδιαίτερα αρνητικό αντίκτυπο στην Κύπρο, δεδομένης της γεωγραφικής της εγγύτητας με τη Μέση Ανατολή. Στο πλαίσιο αυτό, άλλωστε, η κεντρικής τράπεζας της Κύπρου υποβάθμισε πρόσφατα την πρόβλεψή της για την ανάπτυξη του 2026 κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες, στο 2,7%, με βάση την προσδοκία ότι, ο πόλεμος θα διαρκέσει δύο μήνες πριν να έρθει σταδιακή αποκλιμάκωση.
Αντίστοιχα, η Τράπεζα της Ελλάδος υποβάθμισε την εκτίμηση για τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας για το 2026 στο 1,9%, από 2,1% που είχε προβλεφθεί τον Ιανουάριο του 2026.
Οι επιπτώσεις στη ναυτιλία
Το ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ εντείνει τις διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές, με τα δεξαμενόπλοια και τα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων να αλλάζουν όλο και περισσότερο δρομολόγια, να αναστέλλουν τις μισθώσεις και να επιβαρύνονται με υψηλότερο κόστος ασφάλειας και ασφάλισης.
Ενώ ο αποκλεισμός των στενών επηρεάζει κυρίως τις παγκόσμιες ροές πετρελαίου, οι μεταφορείς εμπορευματοκιβωτίων, που δραστηριοποιούνται στον Κόλπο έχουν και πάλι εκτρέψει τα δρομολόγιά τους γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας, αντιστρέφοντας προηγούμενες προσδοκίες για σταδιακή επιστροφή στις διαδρομές της Ερυθράς Θάλασσας και υψηλότερη χωρητικότητα στόλου, που είχαν συμβάλει στη μείωση των ναύλων και στην αποδυνάμωση των προοπτικών κερδών του 2026.
Ωστόσο, η αύξηση των αποστάσεων των ταξιδιών, η αυξημένη κατανάλωση καυσίμων και τα αυξανόμενα ασφάλιστρα κινδύνου πολέμου ανεβάζουν τις τιμές των ναύλων. Επιπλέον, το Ιράν φέρεται να έχει αρχίσει ανεπίσημα να επιβάλλει χρεώσεις περίπου 2 εκατομμυρίων δολαρίων ανά πλοίο για τη διέλευση μέσω των Στενών του Ορμούζ, ποσό που ισοδυναμεί με περίπου 1 επιπλέον δολάριο ανά βαρέλι.
Τα διαθέσιμα στοιχεία παρακολούθησης πλοίων υποδηλώνουν ότι, ένα σημαντικό μερίδιο της κυκλοφορίας μέσω αυτού του διαδρόμου είναι ελληνικών συμφερόντων, σημειώνει η Morningstar DBRS. Εάν συνεχιστούν αυτά τα πρόσθετα κόστη, οι ναυτιλιακές εταιρείες θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν περαιτέρω πιέσεις κόστους, οι οποίες ενδεχομένως να μεταφραστούν σε υψηλότερες τιμές ναύλων.
Παρόλο που ο παγκόσμιος στόλος είναι μεγαλύτερος, γεγονός που μπορεί να περιορίσει την κλίμακα της διατάραξης των μεταφορών, που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης του Σουέζ του 2024-25, εντούτοις οι επιδόσεις του τομέα επισκιάζονται από την αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα και την επίμονη εκτροπή σε κρίσιμα δρομολόγια για την ενέργεια και τα εμπορευματοκιβώτια.
Η Morningstar DBRS εκτιμά ότι, οι καθιερωμένοι παγκόσμιοι παίκτες της ναυτιλίας θα βελτιστοποιήσουν τη βάση κόστους και την κατανομή κεφαλαίου τους στο τρέχον ασταθές περιβάλλον.
Όμως, με την εκτροπή των δρομολογίων μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας πιθανότατα να γίνεται ο κανόνας μεσοπρόθεσμα, οι χαμένοι όγκοι από το 2024-25 είναι απίθανο να επιστρέψουν για τα λιμάνια της ανατολικής και κεντρικής Μεσογείου, τονίζουν οι αναλυτές.
Στην Ελλάδα, ο Πειραιάς έχει επηρεαστεί δυσανάλογα, με τη διακίνηση να μειώνεται κατά περίπου 13% στο πρώτο εξάμηνο του 2024, καθώς τα μεγάλα πλοία παρακάμπτουν τους κόμβους μεταφόρτωσης υπέρ των δυτικών λιμένων, όπως τα λιμάνια Σινές της Πορτογαλίας και Βαλένθια της Ισπανίας. Δεδομένης της μεγάλης εξάρτησής του από τη δραστηριότητα μεταφόρτωσης, ο Πειραιάς συνέχισε να αποδυναμώνεται το 2025, υποχωρώντας από την τέταρτη στην έκτη θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών λιμένων εμπορευματοκιβωτίων, με επιπτώσεις στα λιμάνια τροφοδοσίας του Αιγαίου, τονίζει ο οίκος.
Αντίθετα, η ελληνική επιβατική κίνηση παρέμεινε ανθεκτική, καθώς οι εσωτερικές και οι θαλάσσιες διαδρομές μικρών αποστάσεων δεν επηρεάζονται ιδιαίτερα από τις εξελίξεις. Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι αναμένεται να έχουν περιορισμένο αντίκτυπο στην επιβατική κίνηση και στους φορείς εκμετάλλευσης κρουαζιερόπλοιων, εκτός εάν οδηγήσουν σε ευρύτερη επιδείνωση της τουριστικής ζήτησης ή σε σημαντική αύξηση του κόστους των ναυτιλιακών καυσίμων.
Ο αντίκτυπος στα αεροπορικά ταξίδια
Τα ταξιδιωτικά γραφεία και οι ταξιδιωτικοί πράκτορες θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν υψηλότερες τιμές πακέτων, αστάθεια στα προγράμματα πτήσεων και πιθανές πιέσεις στα περιθώρια κέρδους, όπου το κόστος δεν μπορεί να μετακυλιστεί πλήρως.
Ενώ η Ελλάδα και η Κύπρος θεωρούνται γενικά ασφαλείς προορισμοί, οι αυξημένες εντάσεις στη Μ. Ανατολή έχουν οδηγήσει ορισμένους ταξιδιώτες να ακυρώσουν ή να αναβάλουν ταξίδια λόγω ανησυχιών για την ασφάλεια. Ταυτόχρονα, ο βασικός κίνδυνος για τις αεροπορικές εταιρείες και, κατ’ επέκταση, τις τουριστικές ροές παραμένει η επίμονη αύξηση των τιμών των καυσίμων και η λειτουργική αστάθεια, γεγονός που θα μπορούσε να μειώσει τη ζήτηση για ταξίδια εάν η σύγκρουση συνεχιστεί.
Οι κίνδυνοι για τις τράπεζες
Η έκθεση των ελληνικών και κυπριακών τραπεζών στον τουριστικό και ναυτιλιακό κλάδο, που είναι υψηλότερη σε σχέση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, απειλεί να αυξήσει τους κινδύνους για τις τράπεζες, τονίζει η Morningstar DBRS.
Ειδικότερα, η έκθεση των ελληνικών τραπεζών στον κλάδο των μεταφορών και της αποθήκευσης υπολογίζεται στο 19,8% των συνολικών επιχειρηματικών δανείων, ενώ διαμορφώνεται στο 11,2% αντίστοιχα για τις κυπριακές τράπεζες.
Η έκθεση στον κλάδο καταλυμάτων και υπηρεσιών τροφίμων ανέρχεται στο 11,1% για τις ελληνικές και στο 21,2% για τις κυπριακές τράπεζες, την ώρα που ο μέσος όρος στην Ευρώπη είναι 2,6%.
Η έκθεση των ελληνικών τραπεζών στη ναυτιλία είναι υψηλότερη σε σχέση με την Κύπρο, ενώ τα χαρτοφυλάκια δανείων προς τη ναυτιλία παραμένουν κυρίως επικεντρωμένα στα τμήματα δεξαμενόπλοιων και φορτηγών πλοίων, με πιο περιορισμένη έκθεση στο συνήθως πιο ασταθές τμήμα εμπορευματοκιβωτίων και στα επιβατηγά πλοία.
Η συνεχιζόμενη αύξηση των ναύλων και η επιμήκυνση των ναυτιλιακών διαδρομών ενισχύουν προσωρινά τις ταμειακές ροές των πλοιοκτητών και βελτιώνουν την ικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους, παρέχοντας ένα βραχυπρόθεσμο «μαξιλάρι» για την ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών. Ωστόσο, η αύξηση των ασφαλίστρων κινδύνου πολέμου και του κόστους καυσίμων, σε συνδυασμό με ενδεχομένως χαμηλότερους όγκους συναλλαγών σε περίπτωση κλιμάκωσης των γεωπολιτικών εντάσεων και παράτασης της αναδρομολόγησης, συμβάλλουν στη συμπίεση των λειτουργικών περιθωρίων, αυξάνοντας τελικά τον πιστωτικό κίνδυνο για τους δανειστές, τονίζει η Morningstar DBRS.
Την ίδια στιγμή, ο αντίκτυπος στις τράπεζες από την επιβράδυνση του τουρισμού εκτιμάται ότι, θα είναι πιο διαχειρίσιμος βραχυπρόθεσμα για τις ελληνικές τράπεζες, δεδομένης της χαμηλότερης έκθεσής τους και της άποψης του οίκου ότι η Ελλάδα μπορεί να επωφεληθεί εν μέρει από την εκτροπή της ζήτησης από προορισμούς που πλήττονται από τον πόλεμο, εάν ο πληθωρισμός δεν επιταχυνθεί σημαντικά και η χώρα παραμείνει αμέτοχη στη σύγκρουση.
Από την άλλη πλευρά, οι αναλυτές προειδοποιούν και για δευτερογενείς επιπτώσεις, όπως αυξημένο κόστος ενέργειας, νέες πληθωριστικές πιέσεις, ασθενέστερες προοπτικές ανάπτυξης και πιθανές διαταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού.
Η αντίδραση της ΕΚΤ θα αποτελέσει βασική μεταβλητή, καθώς τα υψηλότερα επιτόκια για την αντιμετώπιση του αυξανόμενου πληθωρισμού θα μπορούσαν να στηρίξουν την κερδοφορία των τραπεζών της Νότιας Ευρώπης βραχυπρόθεσμα, όμως η εμπειρία του κύκλου σύσφιξης του 2022-24 δείχνει ότι, τελικά επηρεάζουν τον όγκο των δανείων, αυξάνοντας παράλληλα το κόστος χρηματοδότησης και τις πιέσεις στην ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Πιο ανθεκτικές οι ελληνικές τράπεζες από τις κυπριακές
Η Morningstar DBRS εκτιμά ότι, οι ελληνικές τράπεζες είναι πιο ανθεκτικές βραχυπρόθεσμα, καθώς ένας συνδυασμός παραγόντων μετριάζει τις επιπτώσεις. Αντίθετα, οι κυπριακές τράπεζες θα μπορούσαν να επηρεαστούν πιο άμεσα και σοβαρά, αντανακλώντας την υψηλότερη έκθεσή τους στον τουρισμό.
Η διάρκεια και η πιθανή κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή παραμένουν βασικοί καθοριστικοί παράγοντες των τελικών επιπτώσεων για τις τράπεζες.
Παρ ΄όλα αυτά, τόσο οι ελληνικές, όσο και οι κυπριακές τράπεζες διατήρησαν την κερδοφορία τους πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ το 4ο τρίμηνο του 2025, τονίζει ο οίκος. Τα επίπεδα των κεφαλαίων είναι σημαντικά ισχυρότερα για τις κυπριακές τράπεζες, ενώ και στις ελληνικές τράπεζες είναι σε γενικές γραμμές σύμφωνα με τα μέσα επίπεδα της ΕΕ.
