Γιατί απεργούν οι δικαστικοί υπάλληλοι; // Γράφει η Βούλα Μαχαιρίδου

Η απεργία που προκήρυξε η Ο.Δ.Υ.Ε στις 10 Ιουνίου δεν είναι μία αποσπασματική αντίδραση, ούτε συμβολική εκτόνωση της δίκαιας αγανάκτησης που έχει συσσωρευτεί στα δικαστήρια. Είναι συνέχεια και κλιμάκωση ενός αγώνα απέναντι σε διαχρονικά προβλήματα που όχι μόνο παραμένουν, αλλά βαθαίνουν καθημερινά.

Η ένοπλη επίθεση στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και ο τραυματισμός τεσσάρων συναδέλφων μας έφερε στο φως όλα όσα εδώ και χρόνια καταγγέλλουμε χωρίς να εισακουγόμαστε. Οι συνθήκες εργασίας μας δεν είναι ούτε ασφαλείς ούτε αντάξιες της σοβαρότητας του έργου που επιτελούμε.

Το τελευταίο διάστημα τα περιστατικά διαδέχονται το ένα το άλλο: εργατικά «ατυχήματα» (τραυματισμός συναδέλφου λόγω αποκόλλησης τιμονιού σε αρχειοθήκη στην Αθήνα, ηλεκτροπληξία συναδέλφου στη Θεσσαλονίκη), πλημμυρισμένα δικαστικά μέγαρα, καταρρεύσεις υποδομών, επικίνδυνες εγκαταστάσεις. Η προστασία της ζωής και της ασφάλειας των εργαζομένων αντιμετωπίζεται διαρκώς ως ζήτημα δευτερεύουσας σημασίας ,σαν πολυτέλεια που δεν χωράει στις κυβερνητικές προτεραιότητες.

Την ίδια στιγμή, καλούμαστε να ανταποκριθούμε σε ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις με αποδοχές που εξαντλούνται πριν τελειώσει ο μήνας. Αποδοχές που δεν αντικατοπτρίζουν ούτε τις ευθύνες μας ούτε τις ιδιαίτερες συνθήκες της δουλειάς μας. Σε μια εποχή που το κόστος ζωής εκτοξεύεται, ο μισθός ενός νεοδιόριστου συναδέλφου μόλις που αγγίζει τα 800 ευρώ.

Ακόμη πιο προκλητικό είναι το γεγονός ότι, εν έτει 2026, η εργασία που παρέχεται υποχρεωτικά κατά τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες στις Ποινικές Έδρες, στα Ανακριτικά Γραφεία κ. ά. εξακολουθεί να παραμένει απλήρωτη.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι δικαστικές υπηρεσίες λειτουργούν με χρόνιες, πλέον μόνιμες ελλείψεις προσωπικού. Εκατοντάδες οργανικές θέσεις παραμένουν κενές, ενώ ο όγκος της εργασίας συνεχώς μεγαλώνει. Οι εναπομείναντες εργαζόμενοι καλούνται καθημερινά να καλύψουν πολλαπλά καθήκοντα, αναλαμβάνοντας φόρτο που αντιστοιχεί σε δύο ή τρεις θέσεις. Η υποστελέχωση δεν είναι απλώς οργανωτικό πρόβλημα· είναι μηχανισμός εντατικοποίησης της εργασίας, επαγγελματικής εξουθένωσης και υποβάθμισης της ίδιας της λειτουργίας των δικαστηρίων.

Κι όμως, μέσα σε αυτή την αναμφισβήτητη πραγματικότητα, η κυβέρνηση συνεχίζει να μιλά για «εκσυγχρονισμό», «αναβάθμιση» και «αποτελεσματικότητα» της Δικαιοσύνης.

Αποτελεσματικότητα, όμως, για ποιον;

Για τους δικαστικούς υπαλλήλους σημαίνει μισθούς πείνας, εξουθένωση και ανασφάλεια. Για τον λαό σημαίνει ολοένα περισσότερα οικονομικά και δικονομικά εμπόδια στην πρόσβαση στη Δικαιοσύνη. Για τις τράπεζες, τα επενδυτικά σχήματα και τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, όμως, σημαίνει απλούστερες και ταχύτερες διαδικασίες, καθώς και μεταρρυθμίσεις που προωθούνται με αξιοσημείωτη ταχύτητα όταν πρόκειται να εξυπηρετηθούν οι δικές τους ανάγκες.

Η αντίθεση είναι ξεκάθαρη και κάνει την εμφάνιση της στο σύνολο των κυβερνητικών επιλογών: Όταν οι εργαζόμενοι ζητούν μέτρα προστασίας, προσλήψεις και αξιοπρεπείς αποδοχές, η απάντηση είναι πάντα η ίδια: δεν υπάρχουν πόροι. Όταν όμως πρόκειται για εξοπλιστικά προγράμματα, πολεμικές εμπλοκές, φοροαπαλλαγές στους μεγάλους ομίλους και απαιτήσεις των “αγορών”, τα δισεκατομμύρια βρίσκονται πάντοτε.

Γι' αυτό απεργούμε!

Γιατί αρνούμαστε να αποδεχθούμε ότι η ανθρώπινη ζωή είναι κόστος. Γιατί αρνούμαστε αμοιβές που οδηγούν στην εξαθλίωση. Γιατί αρνούμαστε να συνεχίσει η λειτουργία των δικαστηρίων να στηρίζεται στην εξουθένωση, το φιλότιμο και την αυτοθυσία των εργαζομένων. Γιατί αρνούμαστε η πρόσβαση στη δικαιοσύνη να γίνεται ολοένα δυσκολότερη για τους πολλούς και ολοένα πιο «φιλική», ευέλικτη και ταχύτατη μόνο για τους λίγους.

O αγώνας μας δεν αφορά μόνο εμάς, τους δικαστικούς υπαλλήλους. Αφορά όλο τον λαό που ταλαιπωρείται κάθε μέρα στις αίθουσες των δικαστηρίων.

Διεκδικούμε:

Άμεση αντιμετώπιση των κτιριακών υποδομών και ουσιαστικά μέτρα προστασίας της ζωής, της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων.

Επαναχορήγηση του επιδόματος ειδικών συνθηκών.

Πληρωμή της εργασίας κατά τις εξαιρέσιμες ημέρες.

Κάλυψη όλων των κενών οργανικών θέσεων.

Η απεργία της 10ης Ιούνη δεν είναι το τέλος αντίθετα είναι ένας ακόμη σταθμός. Όσο τα προβλήματα παραμένουν άλυτα, τόσο θα δυναμώνει η διεκδίκησή μας για τη ζωή και την αξιοπρέπεια μας.

Βούλα Μαχαιρίδου

Πρόεδρος του Συλλόγου Δικαστικών Υπαλλήλων Ξάνθης

& μέλος του Γενικού Συμβουλίου της ΑΔΕΔΥ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Επιμέλεια: Δέσποινα Κουγιουμτζόγλου

Κοινωνικά
Πολιτικά
Τοπικά