Η ενεργειακή κρίση επιφέρει μέση απώλεια για ένα ευρωπαϊκό νοικοκυριό σε περίπου 375 ευρώ και περίπου 400 ευρώ στην Ελλάδα

Προς το παρόν διαχειρίσιμες  παραμένουν οι επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης στα ευρωπαϊκά νοικοκυριά, εκτιμά  το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Με βάση τις τρέχουσες τιμές της αγοράς, η μέση απώλεια για ένα νοικοκυριό στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπολογίζεται σε περίπου 375 ευρώ το 2026, δηλαδή γύρω στο 0,7% της κατανάλωσης, με σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ χωρών από περίπου 620 ευρώ στη Σλοβακία έως 134 ευρώ στη Σουηδία και περίπου 400 ευρώ στην Ελλάδα.

Ωστόσο, το Ταμείο προειδοποιεί ότι, σε ένα πιο δυσμενές σενάριο η επιβάρυνση θα μπορούσε να αυξηθεί έως και στα 1.750 ευρώ ανά νοικοκυριό, καταδεικνύοντας τον κίνδυνο σημαντικής πίεσης στα εισοδήματα, εάν επιδεινωθούν οι συνθήκες στην ενέργεια.

Τις εκτιμήσεις  και τα αντίστοιχα σενάρια παρουσίασε η Ογιά Τσελασούν, αναπληρώτρια διευθύντρια του ευρωπαϊκού τμήματος του ΔΝΤ, στη διάρκεια της συνεδρίασης των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης την περασμένη Δευτέρα, η οποία επικεντρώθηκε στα μέτρα για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης. Το ΔΝΤ προσκλήθηκε να συμμετάσχει στη συζήτηση προκειμένου να αξιολογήσει τις παρεμβάσεις, που έχουν ήδη υιοθετηθεί από τα κράτη-μέλη.

Σύμφωνα με τα επικαιροποιημένα στοιχεία του Ταμείου, περίπου το 70% των μέτρων, που έχουν ληφθεί έως σήμερα από τα κράτη-μέλη ήταν μη στοχευμένα και επικεντρώθηκαν στη συγκράτηση των τιμών, ενώ μόλις το 30% κατευθύνθηκε σε ευάλωτα νοικοκυριά. Επιπλέον, περίπου 90% των χωρών έχουν υιοθετήσει τουλάχιστον ένα μη στοχευμένο μέτρο, γεγονός που δείχνει ότι, η εξάρτηση από οριζόντιες παρεμβάσεις παραμένει ισχυρή. Αρμόδιες πηγές του Ταμείου εξηγούν ότι, αυτή η επιλογή επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά χωρίς να κατευθύνει αποτελεσματικά τους πόρους εκεί όπου υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη.

Την ίδια ώρα, οι ίδιες πηγές εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι σε γενικευμένη δημοσιονομική χαλάρωση και τονίζουν την ανάγκη διατήρησης της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών, ακόμη και αν απαιτείται ευελιξία σε περιόδους κρίσης. Σε πλήρη ευθυγράμμιση με την Κομισιόν, το Ταμείο υπογραμμίζει ότι, η πολιτική στήριξης εκ μέρους των κρατών-μελών θα πρέπει να είναι αυστηρά στοχευμένη και προσωρινή. Η μετακύλιση των διεθνών τιμών στους τελικούς καταναλωτές θεωρείται απαραίτητη για την ενθάρρυνση της εξοικονόμησης ενέργειας.

Παράλληλα, μέτρα γενικευμένης στήριξης –όπως μειώσεις φόρων ή πλαφόν– απορρίπτονται ως δαπανηρά και αναποτελεσματικά, ενώ προκρίνονται άμεσες, στοχευμένες ενισχύσεις προς τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά μέσω υφιστάμενων μηχανισμών κοινωνικής προστασίας.

Ειδικότερα, για  την Ελλάδα, αξιωματούχοι του ΔΝΤ επισημαίνουν ότι, παρά τη σχετική ανθεκτικότητα των οικονομιών της Νότιας Ευρώπης, η χώρα παραμένει εκτεθειμένη σε εξωτερικούς κραδασμούς. Η εξάρτηση από την πορεία βασικών εταίρων, όπως η Γερμανία, καθώς και από τον τουρισμό, καθιστά την ελληνική οικονομία ευάλωτη σε επιδείνωση του διεθνούς περιβάλλοντος. Σε περίπτωση κλιμάκωσης της ενεργειακής κρίσης, οι πιέσεις στην ανάπτυξη θα μπορούσαν να ενταθούν, καθιστώντας ακόμη πιο κρίσιμη την υιοθέτηση στοχευμένων και δημοσιονομικά βιώσιμων μέτρων στήριξης.

Πληρώσαμε 450 εκατ. ευρώ επιπλέον για καύσιμα

Σε πάνω από 400 εκατ. ευρώ υπολογίζεται το επιπλέον κόστος, που πλήρωσαν οι καταναλωτές για καύσιμα (βενζίνες, πετρέλαιο κίνησης και θέρμανσης) το πρώτο δίμηνο των πολεμικών συγκρούσεων στο Ιράν, στοιχείο ιδιαίτερα ανησυχητικό για τις επιβαρύνσεις που έπονται καθώς η εύθραυστη εκεχειρία στη Μέση Ανατολή βρίσκεται σε οριακό σημείο και οι διεθνείς τιμές πετρελαίου κινούνται σταθερά τις τελευταίες ημέρες πάνω από τα 110 δολάρια το βαρέλι. Το ίδιο διάστημα, τα κρατικά ταμεία ενισχύθηκαν με υπερέσοδα από τη φορολογία επί των υψηλότερων τιμών που υπολογίζονται σωρευτικά για το δίμηνο Μαρτίου – Απριλίου σε πάνω από 90 εκατ. ευρώ, ποσό που υπολείπεται μόλις κατά 15 εκατ. ευρώ από τη συνολική δημόσια δαπάνη για τη δίμηνη επιδότηση του ντίζελ κίνησης (20λεπτά/λίτρο Απρίλιο και Μάιο).

Τον Μάρτιο οι καταναλωτές στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις εταιρειών εμπορίας πετρελαιοειδών, που στηρίζονται στα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τις καταναλώσεις σε βενζίνες, ντίζελ κίνησης και ντίζελ θέρμανσης, πλήρωσαν για αγορές καυσίμων περί τα 170-185 εκατ. ευρώ περισσότερα από αυτά, που θα πλήρωναν με τιμές πριν από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν.

Εξαίρεση αποτελεί το ντίζελ θέρμανσης με τις πωλήσεις να σημειώνουν αύξηση 8,5% σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα πέρυσι, που σημαίνει ότι οι καταναλωτές υπό τον φόβο των αυξήσεων έσπευσαν να αποθεματοποιήσουν για τη νέα χειμερινή σεζόν. Τον Απρίλιο, με σημείο αναφοράς τις καταναλώσεις του 2025 (τα επίσημα στοιχεία ανακοινώνονται από το ΥΠΕΝ στις 20 Μαΐου), η επιβάρυνση για τους καταναλωτές από την αύξηση των τιμών ήταν τουλάχιστον της τάξης των 250-260 εκατ. ευρώ, αφού τα ανεπίσημα στοιχεία για τις πωλήσεις των εταιρειών εμπορίας δείχνουν αυξημένες καταναλώσεις. Αντίστοιχα τα υπερέσοδα για το Δημόσιο τον Απρίλιο υπολογίζονται στα 54 εκατ.

Οι νέες εντάσεις στα Στενά του Ορμούζ εντείνουν την αβεβαιότητα στην παγκόσμια αγορά ενέργειας και τις ανησυχίες για τον εφοδιασμό, τις τιμές και τις πληθωριστικές πιέσεις σε όλο τον πλανήτη. Στην Ελλάδα με την άνοδο του πληθωρισμού από 3,4% τον Μάρτιο στο 4,6% τον Απρίλιο η κατάσταση που διαμορφώνεται αξιολογείται ως ιδιαίτερα ανησυχητική. Ο ενεργειακός πληθωρισμός είναι πολύ πιο επιθετικός στη χώρα μας σε σχέση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές. Η Ελλάδα με τα χαμηλότερα εισοδήματα στην Ευρώπη, με βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat (27 Απριλίου), είναι η τέταρτη ακριβότερη αγορά της Ευρώπης στη βενζίνη (2,042 ευρώ/λίτρο) πίσω από τη Γερμανία (2,144 ευρώ/λίτρο), τη Δανία (2,272 ευρώ/λίτρο) και τη Φινλανδία (2,087 ευρώ/λίτρο). Στην 6η ακριβότερη αγορά πέρασε και στο ντίζελ κίνησης (1,742 ευρώ/λίτρο) από τη 15η θέση που βρισκόταν στις 13 Απριλίου.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Πηγή: moneyreview.gr
Κείμενο: Δημήτρης Τζελέπης
Επιμέλεια: Δέσποινα Κουγιουμτζόγλου 
Κοινωνικά
Οικονομικά